Οι διοικητικές και ιδιωτικές συμβάσεις του Δημοσίου στην Μνημονιακή εποχή
ΝοΒ ΔιοικΠρΑθ 14648/2013, σελ. 757-764, Τόμος 62
Η διάκριση μεταξύ των διοικητικών[1] και των ιδιωτικών συμβάσεων που συνάπτει το Δημόσιο αποτελεί ζήτημα μείζονος σημασίας ιδιαίτερα σήμερα όπου το δημόσιο συμφέρον έχει περάσει στην μνημονιακή εποχή. Η διάκριση αυτή βέβαια είναι ιδιαιτέρως σημαντική, διότι από αυτήν εξαρτάται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου που θα επιληφθεί της διαφοράς που προκύπτει, αλλά και το δίκαιο που πρέπει να εφαρμοσθεϊ. Η διοικητική πράξη αποτελεί τον κανόνα που κυριαρχεί στο διοικητικό δίκαιο, εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν αποτελεί η διοικητική σύμβαση[2].
Το Δημόσιο και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, ανέκαθεν συνήπταν συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου για συνήθεις ανάγκες των υπηρεσιών τους (π.χ. προμήθεια γραφικής ύλης, τροφίμων γιά τόν Στρατό, μίσθωση ακινήτων βλ. ΑΕΔ 3/1999). Τα τελευταία χρόνια η Διοίκηση καταφεύγει στη σύναψη διοικητικών συμβάσεων, προς επίτευξη των σκοπών της. Τούτο κυρίως οφείλεται στην αυξανόμενη ανάμειξή της σε πεδία της σύγχρονης ζωής, όπου ή σύμβαση κυριαρχεί, και στην αδυναμία τού Δημοσίου να κατασκευάσει έργα ή να παράσχει υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος, λόγω ελλείψεως τεχνογνωσίας ή υλικοτεχνικών μέσων. Γι' αυτό, αξιοποιεί τις ειδικές γνώσεις και εμπειρία του ιδιωτικού τομέα και είτε αναθέτει σε Ιδιώτη, είτε συμπράττει με αυτόν (βλ. ν. 3389/ 2005) στην εκτέλεση ορισμένου έργου ή στην παροχή ορισμένης υπηρεσίας. Κατά μία άλλη γνώμη κοινωνιολογικού χαρακτήρα, οι λόγοι πού ευνόησαν τη συχνότερη προσφυγή στη διοικητική σύμβαση είναι η εξάπλωση του κρατικού παρεμβατισμού, ο εκδημοκρατισμός, η ανάγκη εξυπηρέτησης της αποτελεσματικότητος της κρατικής δραστηριότητας, αλλά και το άτομο έναντι της Διοικήσεως από διοικούμενος να καταστεί πολίτης[3].
Στο άρθρο 94 §§ 1,2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι: «Στο Συμβούλιο της Επικράτειας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια». Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν. 1406/ 1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των αναφερομένων περιπτώσεων περιλαμβάνονται στην §2 και όσες αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ (περ. η) και τις διοικητικές συμβάσεις (περ. ι).
Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων του Συντάγματος συνάγονται τα ακόλουθα: Διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται ευθέως, βάσει του άρθρου 94 § 1 του Συντάγματος, στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, είναι και οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή ,από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον στην δεύτερη αυτή περίπτωση ο νόμος : οργανώνει κατά τέτοιον τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου τούτου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρεται στο δημόσιο δίκαιο.
Διοικητικές διαφορές ουσίας, που η εκδίκασή τους υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, είναι, κατά κύριο λόγο, εκείνες που πηγάζουν από πράξεις των οργάνων του δημοσίου, οι οποίες ενέχουν άσκηση δημοσίας εξουσίας, με προέχον, δηλαδή, στοιχείο την επιβολή της υπέρτερης μονομερούς βουλήσεως του Δημοσίου, χωρίς να αποκλείονται και εκείνες που προκύπτουν από υλικές ενέργειες των ίδιων οργάνων, όταν αυτές απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και δεν αφορούν την ιδιωτική διαχείριση του δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα του οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (βλ. ΑΕΔ 5/1995 ΕλλΔνη 36. 562, ΑΠ 429/2004 ΕλλΔνη 47. 96, ΑΠ 542/1996 ΕλλΔνη 39. 340, ΕφΑΘ 9674/1998 ΕλλΔνη 41. 478).
Διοικητικές συμβάσεις θεωρούνται εκείνες στις οποίες ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. (ΣτΕ 898/1993, πρβλ. ΣτΕ 120/1987, 616/ 1987 επταμ., 2655/1987, 3707/1987 Ολομ., 4617/1988 ε- πταμ., 4741/1988, 1614/1992 επταμ.), όχι όμως ν.π.ι.δ., έστω και εάν ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΑΕΔ 29/2011, 7/1992, 10/1987)[4], έχουν αντικείμενο σχετικό με τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό[5], το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέ- πει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπο- νται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, αποκλίνουν δε από το κοινό δίκαιο και από την ίδια τη σύμβαση (πρβλ. ΣτΕ 616/1987, επταμ., 3707/1987 Ολομ., 4741/ 1988), ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού (ΑΕΔ 10/1992 ΔΔίκη 1993. 982, ΣτΕ 2247/1999, ΣτΕ 898/ 1993, ΔΔίκη 1993. 1376, πρβλ. ΣτΕ 120/1987, 616/1987 επταμ., 4741/1988, 3195/1990 Ολομ., 1614/1992 επταμ.), σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (βλ. ΑΕΔ 11-12/2013, 28/2011, 18/ 2009, 21/ 2009, 3/2012, 14/2007, 10/2003, 3/1999, 21/ 1997, 10/ 1992), και οι οποίες προκύπτουν είτε από το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε από τους όρους της οικείας διακήρυξης, είτε από το ίδιο το περιεχόμενο της σύμβασης (σχ. ΑΕΔ 6/2007, 10/2003, 3/1999, 21/1997 καιΣτΕ 3685/2008, 3774/2003, 3106/2002, 2247/1999, 1886/ 1996, 1031/1995 κ.ά).
Η κατάρτιση επομένως και η εκτέλεση των διοικητικών συμβάσεων διέπεται έστω εν μέρει από κανόνες διοικητικού δικαίου ή περιέχουν νομίμους όρους (ρήτρες) που εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλόμενου Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. δυνατότητες μονομερούς επεμβάσεως ή εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς. Τέλος, για το χαρακτηρισμό μιας σύμβασης ως διοικητικής είναι απαραίτητη η σωρευτική συνδρομή των πιο πάνω κριτηρίων[6] (ΑΕΔ 8, 10, 15/1992, ΣτΕ 2123/ 1994 κ.α.). Εκτιμάται ότι τα δύο πρώτα κριτήρια είναι εμφανή σε κάθε τρίτο και αποτελούν τα εξωτερικά στοιχεία της διοικητικής σύμβασης, το τρίτο, όμως, δηλ. η ύπαρξη εξουσιαστικών ρητρών συνιστά εσωτερικό στοιχείο που προκύπτει από π.χ. τους όρους της διακήρυξης, τα συμβατικά τεύχη και τα λοιπά πρόσθετα συνοδευτικά στοιχεία[7].
Αντιθέτως, συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα προ- αναφερόμενα γνωρίσματα, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές που γεννώνται απ' αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια [ΑΕΔ 3/1999, ΟλΑΠ 7/2001, 8/2000, ΑΠ 1225/2008 (ΑΕΔ 10 και 15/1992, ΑΕΔ 21/1997 και 10/2003)], η δε δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υφίσταται και όταν η υποκείμενη σχέση είναι ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 28/ 2011, 18/2009, 2/1993 , ΟλΑΠ 5/1995).
Όσον αφορά την διαπλασθείσα νομολογία περί των διοικητικών και των ιδιωτικών συμβάσεων που συνάπτει το Δημόσιο ως fiscus, έχει κριθεί ότι: ΑΕΔ. Συμβάσεις μίσθωσης ακινήτων για τη στέγαση των υπηρεσιών του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. Δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι των διοικητικών δικαστηρίων να επιλύουν τις αναφυόμενες διαφορές [ΑΕΔ 3/1999 ΕλλΔνη 1999. (1692), ΔΔΐκη 2000. (69), Δ 2000. (378), ΔΦΝ 2000. (392), ΕΔΚΑ 1999. (761)]. ΑΕΔ και άρση αποφατικής σύγκρουσης δικαιοδοσίας. Διοικητικές συμβάσεις. Πότε οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. είναι διοικητικές διαφορές ουσίας και πότε ιδιωτικές. Προφορική σύμβαση μεταξύ ΟΤΑ και ιδιώτη. Η αναφυόμενη από αυτήν διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου, έστω και αν η εκτέλεση του έργου απέβλεψε στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2012 ΝοΒ 2013. 213δ, ΠειρΝ 2013/43, ελλά 2012/ 606).
6. Βλ. για τα κριτήρια Απ. Γέροντα, Σ. Λύτρα, Πρ. Παυλόπουλου, Γλ. Σιούτη, Σ. Φλογαΐτη, Διοικητικό Δίκαιο, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομστηνή 2004, σ. 276-283.
7. Ν. Σοϊλεντάκη, Η δικαιοδοσία επί ακύρου και προφορικής διοικητικής συμβάσεως (με αφορμή τις αποφάσεις ΑΕΔ 28/2011 και 3/2012), ΘΠΔΔ 8-9/2013. 683.
- ΑΕΔ. Ο Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.) ασκεί αρμοδιότητες που αφορούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή της ανάπτυξης της γεωργίας, της διατήρησης της ισορροπίας της αγοράς του βαμβακιού και της ενίσχυσης των παραγωγών του στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής. Η καταχθείσα με την αγωγή αξίωση της αιτούσας κατά του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. για την καταβολή κοινοτικών ενισχύσεων βάμβακα εντάσσεται σε σύστημα κανόνων δικαίου, που αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος και, επομένως, εισάγει διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Επί εκχωρήσεως δεν μεταβάλλεται η φύση της απαιτήσεως, αφού ο εκδοχέας ενασκεί την ίδια απαίτηση αντί του εκχωρητή, άρα η αγωγή της εκδοχέως Τράπεζας εισήγαγε διοικητική διαφορά ουσίας. Αίρει υπέρ της δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων την ανακύ- ιμασα αποφατική σύγκρουση (ΑΕΔ 21/2012 ΕΔΔΔ 2013/64).
- ΑΕΔ. Δημόσια έργα. Η επίμαχη σύμβαση δεν είναι διοικητική, εφ όσον αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη είναι ν.π.ι.δ., έστω και αν το ένα μέρος είναι δημόσια ή δημοτική επιχείρηση ή ανήκει στο Δημόσιο ή σε νπδδ και ενεργεί ως κύριος του έργου (ΑΕΔ 4/2012 ΕΔΔΔ 2013/57[8]).
- Οι συμβάσεις εκμισθώσεως ακινήτων του EOTαποσκοπούν σε δημόσιο σκοπό, δηλαδή στην ανάπτυξη του τουρισμού, αποτελούν δε διοικητικές συμβάσεις, ενόψει του εξαιρετικού νομοθετικού καθεστώτος που τις διέπει. Συνεπώς, οι πράξεις που σχετίζονται με την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων είναι εκτελεστές διοικητικές πράξεις και, ως εκ τούτου, αξίωση αποζημιώσεως λόγω ζημίας από τέτοιες πράξεις δημιουργεί διοικητική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΣτΕ 2091/ 2007, 2953/2003,162/2004).
- Οι διαφορές που γεννώνται από τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων εφόσον η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο αποτελών το θεμέλιο της εκτέλεσης τίτλος, είναι δημοσίου δικαίου. Εάν, όμως, η εν λόγω υποκείμενη σχέση είναι ιδιωτικού δικαίου, ανεξαρτήτως αν πρόκειται περί διοικητικής εκτελέσεως (ν.δ. 356/1974) που επισπεύδεται από το Δημόσιο κ.λπ. ή περί αναγκαστικής εκτελέσεως κατά τις διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας που επισπεύδεται από ιδιώτη ή ν.π.ι.δ., οι διαφορές από την αναγκαστική αυτή εκτέλεση, υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ασχέτως της ειδικότερης φύσεως της απαιτήσεως που αναγγέλλεται στο πλαίσιο της ανωτέρω αναγκαστικής εκτελέσεως, ανεξαρτήτως δηλαδή αν η εν λόγω απαπηση, καθεαυτή, προέρχεται από σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου (πρβλ. ΣΓΕ 451/2013 ΔΔίκη 2013/ 1073 και ΣτΕ 60, 61/1995, 3956/1996, 1037/ 2000).
- Η σύμβαση μίσθωσης προς το Δήμο μηχανολογικού εξοπλισμού για τη συλλογή εγκαταλελειμμένων οχημάτων με απευθείας ανάθεση εκρίθη ότι ήταν διοικητική. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο έκρινε ότι η ανωτέρω σύμβαση, η οποία δεν αναφέρεται στη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του Δήμου Πειραιώς, είχε σκοπό ικανοποιήσεως δημοσίας ανάγκης (δημόσιο σκοπό), ήτοι τον καθαρισμό των κοινοχρήστων χώρων του Δήμου από τα «στερεά απόβλητα», που συνιστούν τα εγκαταλελειμμένα οχήματα, ότι η διαδικασία ικανοποιήσεως του δημοσίου σκοπού αυτού, με την απομάκρυνση των οχημάτων ως στερεών αποβλήτων και την παράδοση τους στον ΟΔΔΥ, συνιστά επιτέλεση δημοσίας υπηρεσίας, ότι χάριν της πλήρους επιτελέσεως της προαναφερθείσης δημοσίας υπηρεσίας, ήτοι της ορθής εκ- πληρώσεως του ως άνω δημοσίου σκοπού, ο Δήμος είχε υπερέχουσα θέση έναντι του ενάγοντος τόσον κατά τους όρους της εν λόγω συμβάσεως, που του έδιναν δικαίωμα εποπτείας και δικαιώματα παρεμβάσεων καθ' όλα τα στάδια της διαδικασίας απομακρύνσεως των οχημάτων, όσον και κατά το νόημα των όρων αυτών, αφού η εποπτεία του Δήμου και οι εν λόγω παρεμβάσεις, ασκούμενες κατά την εκτέλεση της συμβάσεως, παρά του αναδόχου και ήδη ενάγοντος, ηδύναντο να λάβουν ανά πάσαν στιγμήν, την μορφή ρητών διοικητικών αποφάσεων ή εντολών. Κατά συνέήεια, η αχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αγωγή αποζημιώσεως αφορά διαφορά από την ως άνω σύμβαση, η οποία είναι βάσει όλων των ανωτέρω διοικητική σύμβαση (ΔΠρΠειρ 2387/2005 ΔΔίκη 2008. 544).
- Οι συμβάσεις του ΟΓΑ με τους φαρμακοποιούς ή τους φαρμακευτικούς συλλόγους για την εκτέλεση των συνταγών φαρμάκων των ασφαλισμένων του έχουν χαρακτήρα διοικητικών συμβάσεων και υπάγονται στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Εφετείου (ΔΠρΑΘ 6629/2005 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ).
- Οι συμβάσεις που συνάπτει το Δημόσιο με τους εκάστοτε καθοριζόμενους ως δικαιούχους, στα πλαίσια της εφαρμογής και της εκτέλεσης του ελληνικού προγράμματος μακροχρόνιας παύσης καλλιέργειας γεωργικών γαιών, έχουν χαρακτήρα διοικητικών συμβάσεων και υπάγονται στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Εφετείου σε πρώτο και τελευταίο βαθμό (ΔΠρΑΘ 7431/2005 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ).
- Αν η διαχείριση κοινοχρήστων πραγμάτων έχει περιέλθει σε ν.π.ι.δ., υπαγόμενο, στον έλεγχο του Δημοσίου, το νομικό αυτά πρόσωπο, κατά την παραχώρηση ιδιαιτέρων δικαιωμάτων, ασκεί δημόσια εξουσία και οι σχετικές πράξεις είναι εκτελεστές διοικητικές πράξεις. Αίτηση ακύρωσης της σύμβασης μακροχρόνιας εκμισθώσεως τμήματος του Διεθνούς Κέντρου Ραδιοτηλεόρασης του ΟΑΚΑ από την εταιρεία «Ο.Α.** Α.Ε.», που είναι ν.π.ι.δ. Η ένδικη σύμβαση αφορά κτίριο, που έχει ανεγερθεί ως εγκατάσταση συμπληρωματική και υποστηρικτική των αθλητικών εγκαταστάσεων, με χρήσεις μη αθλητικές και δεν αφορά κοινόχρηστο πράγμα, ενώ έχει συναφθεί με βάση ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, στα πλαίσια της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας «Ο.Α.** Α.Ε.». Η σύμβαση δεν είναι διοικητική και η διαφορά αποτελεί διαφορά ιδιωτικού δικαίου, υπαγομένη στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΟλΣτΕ 414/2011 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ).
- Η σύναψη σύμβασης με τον ΟΤΑ για την οργάνωση υπαίθριων χώρων στάθμευσης, με την εγκατάσταση από την ενάγουσα συστήματος ελεγχόμενης στάθμευσης και τη διαχείριση των χώρων αυτών, είναι διοικητική, η εκδίκαση της οποίας ανήκει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια (ΠΠρΠειρ 4778/2006 ΑρχΝ 2009. 557).
- Προμήθειες ΟΤΑ. Η συναφθείσα (ύστερα από διενέργεια πρόχειρου διαγωνισμού,, με σφραγισμένες προσφορές) μεταξύ δήμου και ορισμένης εμπορικής εταιρείας σύμβαση, για την προμήθεια, εκ μέρους του δήμου, μεταλλικών κάδων απορριμμάτων, προς εξυπηρέτηση των αναγκών καθαριότητας, διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 266 § 1 του π.δ. 410/1995 (ΔΚΚ) και τον ενιαίο κανονισμό προμηθειών ΟΤΑ-ΕΚΠΟΤΑ, είναι διοικητική σύμβαση και οι διαφορές που γεννώνται από αυτήν υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (ΕφΘ 2424/2004 Αρμ 2005. 1115).
- Σύμβαση εκπόνησης μελέτης κτιρίου του ΜΤΣ, αποβλέπουσα στην καλύτερη και αποδοτικότερη εκμετάλλευση της ιδιωτικής περιουσίας του Ταμείου δεν είναι διοικητική σύμβαση, αλλά σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση των από την εν λόγω σύμβαση διαφορών (ΔΕφΑΘ 2488/1990 ΔΔΐκη 1990).
περιορισμό φωτοτυπικής αναπαραγωγής έργων λόγου και επιστήμης, έχει ως υπόβαθρο σχέση ιδιωτικού δικαίου, τόσο οι πράξεις του εναγομένου, όσο και οι πράξεις του ιδιώτη επιχειρηματία συνδέονται με την διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του εναγομένου και αποσκοπούν στην επίτευξη κέρδους. Το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 12 ΚΔιοικΔικ εξέτασε αυτεπαγγέλτως την δικαιοδοσία και την αρμοδιότητά του και απέρριψε την υπό κρίση αγωγή, εφόσον η αναφυόμενη διαφορά είναι ιδιωτικής φύσεως, υπαγόμενη στα πολιτικά δικαστήρια.
8. Βλ. σχόλιο Αντ. Π. Αργυρού ΝοΒ 2013. 215.
[1] Από την διοικητική σύμβαση πρέπει να διακρίνεται η δημόσια σύμβαση (βλ. ν. 3021/2002), η οποία είναι έννοια ευρύτερη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που περιλαμβάνει τόσο τη διοικητική, όσο και την ιδιωτική σύμβαση, εφόσον η τελευταία ικανοποιεί ανάγκες γενικού συμφέροντος (Βλ. X. Χρυσανθάκη, Εισηγήσεις Διοικητικού Δικαίου, 2006). Συμβαλλόμενος στη σύμβαση αυτή μπορεί να είναι εκτός του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. και άλλος φορέας του ευρύτερου δημόσιου τομέα, χρηματοδοτούμενος από το Δημόσιο ή το ν.π.δ.δ. κατά το μεγαλύτερο μέρος ή ελέγχεται ή διορίζεται από αυτά κατά πλειοψηφία των μελών του συλλογικού οργάνου που τον διοικεί, ανεξάρτητα από το δίκαιο που τον διέπει (βλ. Επαμ. Σπηλιωτόπουλο, Εγχειρίδιο, 2010).Νο.Β Τομος 62,Τευχος 3, Μάρτιος –Απρίλιος 2014, σελ. 759 επ.
[2] Δ. Κόρσο, Διοικητικό Δίκαιο, σ. 275.
[3] Ν. Σοϊλεντάκη, Η δικαιοδοσία επί ακύρου και προφορικής διοικητικής συμβάσεως (με αφορμή τις αποφάσεις ΑΕΔ 28/ 2011 και 3/2012), ΘΠΔΔ 8-9/2013. 682.
[4] 0. Παπαευαγγέλου, Δημόσια έργα και Μελέτες, β' έκδοση, εκδ. Σάκκουλας 2012, σ 938.
[5] Η προϋπόθεση αυτή συντρέχει όταν η σύμβαση συνάπτεται μιας δημοσίας υπηρεσίας ή ενός ν.π.δ.δ. ή αποτελεί ευθέως μέσο για την επιδίωξη του σκοπού αυτού, όχι όμως και όταν υπάρχει μόνο έμμεση σχέση του αντικειμένου της συμβάσεως με ένα δημόσιο σκοπό (ΔΕφΑΘ 1493/1987 ΔΔικη 1. 155, Ιωάννου Τζεβελεκάκη, Συμβάσεις της Διοικήσεως και ακυρωτικές διαφορές ΝοΒ 37. 1157), όπως λ.χ. στην περίπτωση που ένα ν.π.δ.δ., που είναι οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως αναθέτει με σύμβαση σε ιδιώτη την ανέγερση οικοδομής επί ακινήτου του ή την επισκευή ή διαρρύθμιση υπάρχοϋσας οικοδομής του ή την εκπόνηση μελέτης για την ανέγερση, επισκευή ή διαρρύθμιση αυτή όχι προς άμεση εξυπηρέτηση του σκοπού του (όπως θα ήταν η στέγαση των υπηρεσιών του ή η νοσηλεία και η εν γένει περίθαλ-: ψη των ασφαλισμένων του) αλλά προς αξιοποίηση της ιδιωτικής του περιουσίας (ΑΠ 211/1988), έστω και αν η σύμβαση διέπεται από το εξαιρετικό καθεστώς της νομοθεσίας επί μελετών για κατασκευή δημοσίων έργων (ΑΕΔ 10/1987 ΔΔίκη 1. 136, ΟλΣτΕ 2655/1987 ΔΔίκη 1.133), διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση οι πράξεις των οργάνων του ν.π.δ.δ., που κατατείνουν στην κατάρτιση της συμβάσεως ή ανάγονται στην εκτέλεσή της αποτελούν πράξεις διαχειρίσεως της ιδιωτικής περιουσίας του από τις οποίες αναφύονται ιδιωτικές και όχι διοικητικές διαφορές.
[8] Βλ. και ΑΕΔ 10/1992, 21/1997, 3/1999, 10/2003, 6, 12, 14/2007, 18, 21/2009, 28, 29/2011, στις οποίες αναφέρεται ρη- τώς ότι η σύμβαοη είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Βλ. και ΑΕΔ 10/1987, 45/1991, 7, 8, 14, 15,17/1992, 3/1996, οι οποίες αναφέρουν μεν ότι, για να χαρακτηρισθεί μια σύμβαση ως διοικητική, πρέπει ο κύριος του έργου ή το πρόσωπο, χάριν του οποίου ή για λογαριασμό του οποίου εκτελείται το έργο, να είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αποβλέπουν, όμως, πράγματι, για τον χαρακτηρισμό μιας συμβάσεως ως διοικητικής, στην ιδιότητα του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ως συμβαλλομένου, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι στις υποθέσεις, επί των οποίων εκδόθηκαν οι ανωτέρω αποφάσεις, ο κύριος του έργου ήταν και συμβαλλόμενος].

© 2017 Powered by