Η ιστορία τελικά επαναλαμβάνεται αλλά δυστυχώς ως κακή απομίμηση: Το νέο εξεταστικό σύστημα
-
Εμφανίσεις: 857
Η Παιδεία στην Ελλάδα δυστυχώς αποτελεί χώρος πειραματισμού διαχρονικά για τις ελληνικές κυβερνήσεις με αρνητικές επιδράσεις και αποτελέσματα για την ελληνική οικογένεια, τον μαθητή, τον φοιτητή, τον εκπαιδευτικό, την οικονομία και την ανάπτυξη της χώρας. Τα τελευταία τριάντα χρόνια, ο τρόπος εισαγωγής στα πανεπιστήμια και το εξεταστικό σύστημα έχει αλλάξει τουλάχιστον δέκα φορές. Στην Ελλάδα αντί να επικρατήσει η πρόταση για μόνιμο Υφυπουργό Παιδείας με αρμοδιότητα την εφαρμογή και χάραξη μακροχρόνιας στρατηγικής και εκπαιδευτικής πολιτικής σε Εθνικό επίπεδο ανεξάρτητα από την εναλλαγή κυβερνήσεων, επικρατεί η μικροπολιτική λογική της προχειρότητας και του πολιτικού κόστους. Έτσι ανάλογα με το ποια κυβέρνηση είναι στην εξουσία, αλλά ακόμα και ποια πολιτική ηγεσία είναι στο Υπουργείο Παιδείας και μέσα στην ίδια την κυβέρνηση, το εξεταστικό σύστημα αλλάζει χωρίς μελέτη, χωρίς έρευνα και χωρίς συναίνεση.
Αρκεί ο κάθε Υπουργός να προλάβει να ανακοινώσει νέο σύστημα για να γραφτεί στο πολιτικό βιογραφικό του. Δυστυχώς σπανιότατα πολιτικές ηγεσίες επέδειξαν θάρρος, επιμονή και ρεαλισμό προσπαθώντας να στηρίξουν τις όποιες αλλαγές στο διάλογο των φορέων της εκπαιδευτικής κοινότητας και στην συναίνεση, ώστε να απεμπλακεί η παιδεία από την πολιτική και το κομματισμό, και να χαραχτεί μια εθνική στρατηγική για την Παιδεία, την οποία θα έχουν όλοι τον πολιτικό πολιτισμό να αναγνωρίσουν και να ακολουθήσουν χωρίς πισωγυρίσματα και πολιτικούς εγωισμούς. Μια τέτοια προσπάθεια ήταν ο Εθνικός Διάλογος υπό τον ακαδημαϊκό κύρους και άνθρωπο των γραμμάτων Γεώργιο Μπαμπινιώτη. Εθνικός Διάλογος με την συμμετοχή όλων ακόμη και της ιδίας της σημερινής Υπουργού Παιδείας. Διάλογος πλήρης και εντατικός που ολοκληρώθηκε και που δυστυχώς τα συμπεράσματά του μπήκαν με προσωπική ευθύνη της Υπουργού στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.
«Έτσι Ξαφνικά» λοιπόν κατά τον λαϊκό στίχο στην έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς και με δεκάδες προβλήματα στον χώρο της εκπαίδευσης ανακοινώνεται το νέο εξεταστικό σύστημα για την εισαγωγή στα ΑΕΙ και ΤΕΙ για το οποίο δεν προηγήθηκε κανένας διάλογος αλλά προσαρμόστηκε μόνο στα νέα οικονομικά δεδομένα της χώρας. Προβλέπει εξετάσεις σε τέσσερα μαθήματα, και συνυπολογισμό της επίδοσης του μαθητή στη Β΄ και Γ΄ Λυκείου. Ήδη, η εξεταστέα ύλη έχει μειωθεί, ενώ η κατάθεση των μηχανογραφικών δελτίων θα γίνεται ξανά τον Μάρτιο -δηλαδή πριν από την ανακοίνωση των βαθμολογιών στις πανελλαδικές εξετάσεις- και όχι τον Ιούλιο όπως συνέβαινε έως τώρα. Αναρωτιέται κανείς γιατί το σύστημα αυτό ανακοινώνεται ως «νέο εκπαιδευτικό σύστημα» και δεν μας λένε ότι αποτελεί απομίμηση του συστήματος των Γενικών Εξετάσεων με τις Δέσμες που εφαρμόστηκε τη δεκαετία 1985-1995. Οι μαθητές στη Β΄ και Γ΄ Λυκείου θα έχουν τέσσερα υποχρεωτικά μαθήματα, στα οποία θα κάνουν διπλάσιο αριθμό ωρών στο σχολείο. Εκτός από τα υποχρεωτικά μαθήματα, θα υπάρχουν και μαθήματα επιλογής, στα οποία οι μαθητές θα διδάσκονται με εργασίες. Αυτό για τους παλαιότερους δεν είναι παρά μια παραλλαγή του συστήματος με τα τέσσερα μαθήματα Δέσμης που οι μαθητές διδάσκονταν σε διπλάσιο αριθμό διδακτικών ωρών, σχεδόν ως φροντιστηριακή διδασκαλία και τα υπόλοιπα κοινά μαθήματα «κορμού» όπως χαρακτηριστικά ονομάζονταν,. Γυρνάμε δηλαδή πίσω στο εξεταστικό σύστημα των Δεσμών με την διαφορά ότι τότε ο συντελεστής συνυπολογισμού περιελάμβανε και την Α΄ Λυκείου. Πιο συγκεκριμένα κατά 5% επηρέαζε την τελική εισαγωγή στα ΑΕΙ και ΤΕΙ ο τελικός βαθμός της Α΄ Λυκείου, κατά 8% της Β Λυκείου, και κατά 12% της Γ΄Λυκείου, ενώ το υπόλοιπο 75% ήταν η συνολική βαθμολογία των τεσσάρων μαθημάτων της Δέσμης των Γενικών εξετάσεων. Τότε αρχικά είχε πρυτανέψει η λογική ότι με αυτό τον τρόπο μία ατυχία κατά τις Γενικές εξετάσεις ίσως να μην κόστιζε σε απόλυτο βαθμό στον υποψήφιο αλλά από την άλλη τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα μαθήματα ήταν απαραίτητα από την Α ΄Λυκείου. Το σύστημα αυτό άλλαξε αιφνιδιαστικά τον Ιανουάριο του 1988 (ένα χρόνο πριν τις εκλογές του 1989) όταν για καθαρά προεκλογικούς λόγους και εν όψει των μεγάλων και διαρκών απεργιών που η ΟΛΜΕ είχε ανακοινώσει ο τότε Υπουργός Παιδείας μακαρίτης Αντώνης Τρίτσης το ποσοστό συνυπολογισμού 25% της Α΄ ,Β΄ και Γ΄Λυκείου, και το 100% της βαθμολογίας μετρούσε αποκλειστικά και μόνο από τα τέσσερα μαθήματα της Δέσμης. Όταν μετά από λίγα χρόνια άλλαξε ο συγκεκριμένος τρόπος των Γενικών εξετάσεων στα μέσα της δεκαετίας του 1990 από την κυβέρνηση του Πασοκ η αιτιολόγηση στηρίχτηκε και ορθά κατά την άποψή μου στο επιχείρημα ότι το σύστημα αυτό ευνοεί την «παπαγαλία», επιτείνει το άγχος του μαθητή, δεν αναπτύσσει την κρίση και την άμυλα αλλά ευνοεί, τους μαθητές που έχουν την οικονομική δυνατότητα για εντατικά φροντιστήρια ενώ καταστρέφει οικονομικά και ψυχολογικά την ελληνική οικογένεια. Σήμερα μετά από δεκαπέντε χρόνια τι άλλαξε άραγε και αναθεωρείται το ανωτέρω σκεπτικό;
Από την εφημερίδα "Απογευματινή"

© 2017 Powered by